ΝΕΑ - BLOG

Παγκόσμια ημέρα του παππού και της γιαγιάς!! Χρόνια πολλά, παππού και γιαγιά! Έξι λογοτεχνικές αναφορές στο Γυμνάσιο















Κείμενο της  Κατερίνα Τσιούμα, φιλολόγου στα φροντιστήρια ΟΡΜΗ ΑΡΙΣΤΑ


Χρόνια πολλά, παππού και γιαγιά!


Με τις καλομηνιάτικες ευχές σήμερα «εορτάζουμε» και την παγκόσμια ημέρα του παππού και της γιαγιάς. Ξενόφερτη ίσως συνήθεια, αλλά ασφαλώς μια ευκαιρία αναφοράς σε δυο αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας. Οι γνήσιοι παραμυθάδες, οι σούπερ ήρωες, οι ξεματιαστές μας, οι υπεύθυνοι τροφοδότες μας, οι αγκαλιές που ανατρέχουμε στα μαλώματα του κόσμου, οι παντογνώστες σοφοί μας που γνωρίζουν περισσότερα κι από το google.

Παρότι στις μέρες μας ο λόγος για τη σημασία της παρουσίας των συγγενικών προσώπων της τρίτης ηλικίας στη ζωή των νεότερων μελών της οικογένειας τίθεται στο πλαίσιο των σύγχρονων προσεγγίσεων του διαγενεακού διαλόγου, στην ελληνική κοινωνική συνείδηση και παράδοση ο παππούς και η γιαγιά αποτελούν πρόσωπα αναπόσπαστα ενταγμένα στην καθημερινότητά μας.

Ως τιμημένα πρόσωπα από τα αρχαία χρόνια ο παππούς και η γιαγιά, αλλά και οι ηλικιωμένοι γονείς, αποτελούν σταθερά εκπαιδευτικά αντικείμενα, ιδιαίτερα στο διδακτικό πρόγραμμα ανθρωπιστικής παιδείας κατά την εφηβική ηλικία.

Παραθέτουμε έξι πηγές αντλημένες από τα σχολικά βιβλία του Γυμνασίου.

  • 1.Στη Β΄ Γυμνασίου ο μαθητής διαβάζει σε απόσπασμα από τους «Νόμους» του Πλάτωνα ότι σ' αυτό το νομικό κείμενο, εκτός από τις πολιτικές, παιδαγωγικές και ηθικές ιδέες του φιλοσόφου, περιέχονται και ρυθμιστικές διατάξεις που πρέπει να διέπουν τη ζωή και να ορίζουν την επιθυμητή συμπεριφορά των χρηστών πολιτών απέναντι στους προγόνους τους. Π.χ. προβλέπονται αυστηρές ποινές για όσους δε σέβονται τους γονείς ή τους παππούδες τους.

Πρωτότυπο κείμενο

Μετάφραση

Ὃς ἂν τολμήσῃ πατέρα ἢ μητέρα ἢ τούτων πατέρας ἢ μητέρας τύπτειν, πρῶτον μὲν ὁ προστυγχάνων βοηθείτω, καὶ ὁ μὲν μέτοικος ἢ ξένος εἰς προεδρίαν τῶν ἀγώνων καλείσθω βοηθῶν, μὴ βοηθήσας δὲ ἀειφυγίαν ἐκ τῆς χώρας φευγέτω ὁ δὲ μὴ μέτοικος βοηθῶν μὲν ἔπαινον ἐχέτω, μὴ βοηθῶν δέ, ψόγον δοῦλος δὲ βοηθήσας μὲν ἐλεύθερος γιγνέσθω, μὴ βοηθήσας δὲ πληγὰς ἑκατὸν τῇ μάστιγι τυπτέσθω. Ἐὰν δέ τις ὄφλῃ δίκην αἰκίας γονέων, πρῶτον μὲν φευγέτω ἀειφυγίαν ἐξ ἄστεως εἰς τὴν ἄλλην χώραν καὶ πάντων ἱερῶν εἰργέσθω, κατελθὼν δὲ θανάτῳ ζημιούσθω. Ἐὰν δέ τις ἐλεύθερος τῷ τοιούτῳ συμφάγῃ ἢ συμπίῃ ἤ τινα τοιαύτην ἄλλην κοινωνίαν κοινωνήσῃ ἢ καὶ μόνον ἐντυγχάνων που προσάπτηται ἑκών, μήτε εἰς ἱερὸν ἔλθῃ μηδὲν μήτ' εἰς ἀγορὰν μήτ' εἰς πὸλιν ὅλως πρότερον ἢ καθήρηται.

Πλάτων, Νόμοι 881b-e (διασκευή). Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Β΄ Γυμνασίου, εν. 11, «Ο σεβασμός προς τους γονείς μέλημα του νόμου».

Όποιος τυχόν τολμήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του ή τους πατέρες ή τις μητέρες αυτών να χτυπήσει, ο πρώτος άνθρωπος που τον συναντά ας βοηθήσει και ο μεν μέτοικος ή ο ξένος, να καλείται σε τιμητική θέση στους αγώνες, αν βοηθήσει, αν όμως δε βοηθήσει να απελαύνεται από τη χώρα για όλη του τη ζωή κι αυτός που δεν είναι μέτοικος, αν βοηθήσει, ας επαινείται, αν όμως δε βοηθήσει, να μέμφεται και ο δούλος που θα βοηθήσει, ας κερδίζει την ελευθερία του, αν όμως δε βοηθήσει, εκατό χτυπήματα να δεχθεί με το μαστίγιο. Αν κάποιος καταδικαστεί για βιαιοπραγία ενάντια στους γονείς του, πρώτα απ' όλα να απελαύνεται για όλη του τη ζωή από την πόλη σε άλλη χώρα και να αποκλείεται από κάθε ιερή τελετή, κι αν γυρίσει από την εξορία να τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Κι αν κάποιος ελεύθερος μ' αυτόν φάει ή πιει ή έχει κάποια άλλη σχέση ή συναντώντας τον κάπου έρθει σε επαφή μαζί του με τη θέλησή του, να μην έλθει ούτε στο ιερό καθόλου ούτε στην αγορά ούτε στην πόλη γενικά παρά μόνο αφού εξαγνιστεί.

  • 2.Οι μαθητές της Α΄ Γυμνασίου πληροφορούνται πως ο Ηρόδοτος καταγράφει μια περίπτωση ως παράδειγμα ευτυχισμένων ανθρώπων. Ο Κλέοβις και ο Βίτων, γιοι της ιέρειας Κυδίππης στο Άργος, κέρδισαν μέσω του θανάτου τους την αθανασία και την αιώνια υστεροφημία για την ευσέβεια και την αγάπη που επέδειξαν προς την μητέρα τους

Πρωτότυπο κείμενο

Μετάφραση

[1.31.1] ὡς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὄλβια, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὁ δὲ εἶπε Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα.[1.31.2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε [ὁ] λόγος ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ, σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν. [1.31.3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε.[1.31.4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρὴς ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστόν ἐστι.[1.31.5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν, ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δέ σφεων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀνδρῶν ἀρίστων γενομένων.

Ι31. Κι έτσι που με τον Τέλλο τον ερέθισε ο Σόλων λέγοντας πολλά για την ευτυχία του, ο Κροίσος τον ρωτούσε ποιον είδε δεύτερο ύστερ' απ' αυτόν, έχοντας την ιδέα ότι σίγουρα πια θα πάρει τη δεύτερη θέση. Κι ο άλλος είπε: «Τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Γιατί αυτοί, Αργείοι στην καταγωγή, ήταν αρκετά ευκατάστατοι και επιπρόσθετα με σώμα ρωμαλέο, όπως θα φανεί από τα εξής: και οι δυο κέρδισαν αθλητικές νίκες το ίδιο σημαντικές κι ακόμα υπάρχει γι' αυτούς η ακόλουθη παράδοση τελούσαν γιορτή οι Αργείοι στη χάρη της Ήρας και το έθιμο απαιτούσε οπωσδήποτε τη μητέρα τους να τη μεταφέρει στο ναό ζεμένο αμάξι, αλλά τα βόδια δεν έφτασαν απ' τα χωράφια στην ώρα τους καθώς ο χρόνος δεν τους άφηνε περιθώρια, οι νεαροί μπήκαν οι ίδιοι τους κάτω απ' τις ζεύγλες κι έσερναν το αμάξι, ενώ το αμάξι κουβαλούσε τη μητέρα τους κι αφού το μετέφεραν σαράντα πέντε σταδίους μακριά, έφτασαν στο ναό. Όταν το έκαναν αυτό και τους είδαν όλοι οι πανηγυριώτες, ακολούθησε το τέλος της ζωής τους, το ωραιότερο που μπορεί να γίνει και με το περιστατικό τους ο θεός έκανε φανερό ότι για τον άνθρωπο είναι καλύτερος ο θάνατος απ' τη ζωή. Γιατί οι Αργείοι χύθηκαν γύρω απ' τα δυο παλικάρια και τους καλοτύχιζαν για τη σωματική τους δύναμη, κι απ' την άλλη μεριά οι γυναίκες του Άργους τη μητέρα τους, για τα παιδιά που της έδωσε ο θεός. Κι η μητέρα τους ν' αστράφτει απ' τη χαρά της και για τον άθλο των παιδιών της και για τα καλά λόγια του κόσμου όρθια μπροστά στο άγαλμα προσευχόταν στη θεά να δώσει στον Κλέοβη και τον Βίτωνα, τα παιδιά της, που την τίμησαν τόσο πολύ, ό,τι καλύτερο μπορεί να χαρίσει η τύχη σε άνθρωπο. Όταν τελείωσε την προσευχή της, τα δυο της παλικάρια έκαναν θυσίες κι έφαγαν και ήπιαν, έπεσαν να κοιμηθούν μες στο ναό και δε σηκώθηκαν απ' τον ύπνο τους, αλλά μ' αυτό τον τρόπο έφυγαν απ' τη ζωή. Και οι Αργείοι έκαναν τα αγάλματά τους και τ' αφιέρωσαν στους Δελφούς, γιατί αναδείχτηκαν άντρες με ασύγκριτη αρετή».

Ηροδότου Ιστορίες, Α Γυμνασίου, Ενότητα 2.

Φωτό 1: Λεζάντα:

Ο Ακάμας και ο Δημοφών οδηγούν τη γιαγιά τους Αίθρα μετά την πτώση της Τροίας. Ερυθρόμορφος κρατήρας, 500 π.Χ.. Βρετανικό Μουσείο

  • 3.Στον ρητορικό λόγο «Κατά Λεωκράτους» του Λυκούργου (440-324 π.Χ.) εντοπίζουμε ένα απόσπασμα που διδάσκεται στην αρχαία ελληνική γλώσσα της Γ΄ Γυμνασίου και θίγει παρόμοια το ζήτημα.Ένας γιος πήρε τον γέροντα πατέρα του στους ώμους κατά την έκρηξη του ηφαιστείου της Αίτνας στη Σικελία, χωρίς να τρέξει μόνο ο ίδιος να σωθεί. Οι θεοίαναγνώρισαν την ευσεβή του πράξη και τους έσωσαν, ενώ όλο το χωριό κάηκε από τη φωτιά.

Πρωτότυπο κείμενο

Μετάφραση

Λέγεται γοῦν ἐν Σικελίᾳ (εἰ γὰρ καὶ μυθωδέστερόν ἐστιν, ἀλλ' ἁρμόσει καὶ ὑμῖν ἅπασι τοῖς νεωτέροις ἀκοῦσαι) ἐκ τῆς Αἴτνης ῥύακα πυρὸς γενέσθαι∙ τοῦτον δὲ ῥεῖν φασιν ἐπί τε τὴν ἄλλην χώραν, καὶ δὴ καὶ πρὸς πόλιν τινὰ τῶν ἐκεῖ κατοικουμένων. Τοὺς μὲν οὖν ἄλλους ὁρμῆσαι πρὸς φυγήν, τὴν αὑτῶν σωτηρίαν ζητοῦντας, ἕνα δέ τινα τῶν νεωτέρων, ὁρῶντα τὸν πατέρα πρεσβύτερον ὄντα καὶ οὐχὶ δυνάμενον ἀποχωρεῖν, ἀλλὰ ἐγκαταλαμβανόμενον ὑπὸ τοῦ πυρός, ἀράμενον φέρειν. Φορτίου δ' οἶμαι προσγενομένου καὶ αὐτὸς ἐγκατελήφθη. Ὅθεν δὴ καὶ ἄξιον θεωρῆσαι τὸ θεῖον, ὅτι τοῖς ἀνδράσιν τοῖς ἀγαθοῖς εὐμενῶς ἔχει. Λέγεται γὰρ κύκλῳ τὸν τόπον ἐκεῖνον περιρρυῆναι τὸ πῦρ καὶ σωθῆναι τούτους μόνους, ἀφ' ὧν καὶ τὸ χωρίον ἔτι καὶ νῦν προσαγορεύεσθαι τῶν εὐσεβῶν χῶρον∙ τοὺς δὲ ταχεῖαν τὴν ἀποχώρησιν ποιησαμένους καὶ τοὺς ἑαυτῶν γονέας ἐγκαταλιπόντας ἅπαντας ἀπολέσθαι.

Λυκοῦργος, Κατὰ Λεωκράτους 95-96, Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου, εν. 8, «Ένα παράδειγμα σεβασμού προς τους γονείς».

Λέγεται λοιπόν ότι στη Σικελία (γιατί αν και μοιάζει με μύθο, ταιριάζει όμως να τον ακούσετε και εσείς όλοι οι νεότεροι) ξεχύθηκε πύρινο ποτάμι από την Αίτνα αυτό λοιπόν λένε ότι έρεε προς την υπόλοιπη χώρα, και μάλιστα προς κάποια πόλη από αυτές που βρίσκονταν εκεί. [Λένε ακόμη], ότι οι άλλοι όρμησαν να φύγουν ζητώντας τη σωτηρία τους, ένας όμως από τους νεότερους, επειδή έβλεπε ότι ο πατέρας του ήταν γέρος

και δε θα μπορούσε να φύγει,

και ότι θα παγιδευόταν από τη φωτιά, αφούτον σήκωσε στους ώμους του, τον μετέφερε. Επειδή όμως, όπως νομίζω, προστέθηκε φορτίο, αποκλείσθηκε και ο ίδιος. Από αυτό το γεγονός αξίζει να προσέξουμε ότι το θείο δείχνει συμπάθεια στους αγαθούς (ενάρετους) ανθρώπους.

Γιατί, λέγεται ότι κυκλικά στον τόπο εκείνο έτρεξε η λάβα και σώθηκαν μόνο αυτοί,

από τους οποίους και η τοποθεσία ακόμη και σήμερα

ονομάζεται «χώρος των ευσεβών» αντίθετα εκείνοι που έφυγαν γρήγορα εγκαταλείποντας τους γονείς τους, χάθηκαν όλοι.

  • 4.Επίσης, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (90-30 π.Χ. περίπου) καταγράφει το παρακάτω περιστατικό. Μετά την άλωση της Τροίας, οι Έλληνες επέτρεψαν στον Αινεία και σε άλλους Τρώες να πάρουν μαζί τους φεύγοντας ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Ο Αινείας, λοιπόν, παίρνει στους ώμους του τον γέρο πατέρα του, κι όχι χρυσάφι ή πολύτιμα αντικείμενα όπως οι περισσότεροι. Το κείμενο διδάσκεται στην Γ΄ Γυμνασίου.

Πρωτότυπο κείμενο

Μετάφραση

Τῶν δὲ Ἑλλήνων ὑποσπόνδους τούτους ἀφέντων, καὶ συγχωρησάντων ἑκάστῳ λαβεῖν ὅσα δύναιτο τῶν ἰδίων, οἱ μὲν ἄλλοι πάντες ἄργυρον ἢ χρυσὸν ἤ τινα τῆς ἄλλης πολυτελείας ἔλαβον, Αἰνείας δὲ τὸν πατέρα γεγηρακότα τελέως ἀράμενος ἐπὶ τοὺς ὤμους ἐξήνεγκεν. Ἐφ' ᾧ θαυμασθεὶς ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἔλαβεν ἐξουσίαν πάλιν ὃ βούλοιτο τῶν οἴκοθεν ἐκλέξασθαι. Ἀνελομένου δὲ αὐτοῦ τὰ ἱερὰ τὰ πατρῷα, πολὺ μᾶλλον ἐπαινεθῆναι συνέβη τὴν ἀρετήν, καὶ παρὰ πολεμίων ἐπισημασίας τυγχάνουσαν. Ἐφαίνετο γὰρ ὁ ἀνὴρ ἐν τοῖς μεγίστοις κινδύνοις πλείστην φροντίδα πεποιημένος τῆς τε πρὸς γονεῖς ὁσιότητος καὶ τῆς πρὸς θεοὺς εὐσεβείας.

Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη 7.4.1-4. Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου, εν. 8, Παράλληλο κείμενο.

Όταν οι Έλληνες τους άφησαν να φύγουν, αφού συνομολόγησαν συμφωνία και αφού επέτρεψαν στον καθένα να πάρει όσα μπορούσε από τα δικά του, όλοι οι άλλοι πήραν ασήμι ή χρυσάφι ή κάποιο από τα άλλα πολύτιμα αντικείμενα, ο Αινείας όμως, αφού σήκωσε τον πατέρα του που ήταν σε βαθιά γεράματα, τον μετέφερε έξω. Επειδή θαυμάστηκε γι' αυτή την πράξη από τους Έλληνες, πήρε την άδεια να επιλέξει πάλι ό,τι ήθελε από τα πράγματα της πατρίδας του. Καθώς αυτός προτίμησε τα πατρικά ιερά, συνέβη να επαινεθεί πολύ περισσότερο η αρετή, η οποία επιδοκιμάστηκε ακόμη και από τους εχθρούς. Γιατί φανερά ο άντρας στους πολύ μεγάλους κινδύνους φρόντιζε πάρα πολύ και το σεβασμό προς τους γονείς και την ευσέβεια προς τους θεούς.

  • 5.Και από τη νεότερη λογοτεχνική παράδοση παραθέτουμε το διήγημα του Λέων Τολστόι (1828-1910) «O παππούς και το εγγονάκι», όπως περιλαμβάνεται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Γυμνασίου.

O παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ' αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του 'διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.

Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του 'διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.

Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:

«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».

Κι ο Μίσα απαντά:

«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ' αυτήν τη γαβάθα».

O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.

Λ. Τολστόι, Διηγήματα, μύθοι και παραμύθια, μτφρ. Π. Ανταίος, Ωκεανίδα

Φωτό 2, Λεζάντα:

Νικόλαος Γύζης, «Κούκου»

  • 6.Τέλος, παραθέτουμε ένα ακόμη διήγημα για τη γιαγιά, της ΑλεξάνδραςΠαπαδοπούλου (1867-1906), που προτείνεται ως παράλληλο κείμενο στη Λογοτεχνία της Α΄ Γυμνασίου.

Η γιαγιά

Πέρσι τα εγγόνια στην Πρωτοχρονιά της έβαλαν δόντια της γιαγιάς και λάμπουν τώρα ολόασπρα μέσα απ' τα ζαρωμένα, ξεφλουδισμένα άχρωμα χείλη.

Μα τα σβησμένα μάτια της γιαγιάς δεν καλοβλέπουν τα εργόχειρά της, τα πέντε εγγόνια της που της τ' άφησε μωρά, τόσα δα, η μακαρίτισσα η μονάκριβή της κόρη που την έθαψε είκοσι πέντε χρονών και την έκλαψαν όλα τα Θεραπειά. Την έκλαψαν και την ξέχασαν οι συγγενείς και φίλοι. Την έκλαψε και η μανούλα της και τα δάκρυα έσβησαν τα μάτια της. Μα όχι μόνον τα δάκρυα, όχι.

Η γιαγιά κατάλαβε πως έπρεπε τα παιδιά να μεγαλώσουν ένιωσε το παράπονο της υστερνής ματιάς της κόρης της, το ένιωσε και πήρε το βελονάκι της, στην αρχή μ' ένα ζευγάρι γυαλιά, ύστερα με δυο, δούλευε εκείνη την μπιμπίλα την πολυανθισμένην, που οι ξένοι που έρχουνταν να περάσουν το καλοκαίρι στα Θεραπειά την έβλεπαν κ' έλεγαν πως κι αυτή η εργασία είναι στ' αλήθεια ένα απ' τα θαύματα του Βοσπόρου.

Γιατί στο Βόσπορο περισσότερο εργάζουνται αυτό το ξακουστό εργόχειρο, που πολλές εργάτριες δόξασε, μα και που δεν καλυτέρευσε την τύχη τους.

Όπως σ' όλα τα χαμόσπιτα και στης γιαγιάς το σπίτι βλέπει κανείς μετάλλια τιμητικά από εκθέσεις.

Και λίγο λίγο τα άνθη της μπιμπίλας έκαμαν τα άλλα άνθη: τα εγγονάκια, καρπούς ωραίους.

Ο μεγαλύτερος, αφού έμαθε τα γράμματα στο δημοτικό σχολείον, άρχισε να καλλιεργή τα λίγα χωράφια τους και με τις φράγουλες που έστελνε στα ξένα, τις ανοικτόχρωμες τούρκικες φράγουλες τις στρογγυλές, άρχισε να διατηρή το σπίτι, και ήτον καιρός γιατί η γιαγιά δεν καλόβλεπε και δεν τα 'λεγε, μα της έκαμναν παρατήρηση οι πελάτισσες για την εργασία της. Και τ' άλλα εγγόνια έπαιρναν σειρά και το μικρό, που τ' άφησε η μανούλα του βυζανιάρικο, έγινε κ' εκείνο έξι επτά χρονών αγόρι.

Έμαθε και να διαβάζη αργά αργά τα μεγάλα γράμματα.

Πώς την αγαπούσε τη γιαγιά! Πώς την αγαπούσαν όλοι! Πώς την καμάρωναν σαν έλεγε παραμύθια και πώς χαίρουνταν σαν την έβλεπαν να τρώγη φουντούκια με τα δόντια τα ολόασπρα!

Μα το μικρό είχε ένα σχέδιο και δεν έλεγε σε κανένα τίποτε. Φύλαγε να έλθη η ώρα η καλή.

Όταν η γιαγιά τον έπαιρνε απ' το χεράκι και ανέβαινεν το δρόμο του Ζαρίφη για να πάνε στη κρύα βρύση, δεν μπορούσε να ιδή τους πράσινους λόφους η καημένη η γιαγιά. Ούτε όταν πήγαιναν στην Αγία Παρασκευή μπορούσε να ιδή το Βόσπορο και το βουνό του Έλληνα που παραφυλάγει εκεί στο άνοιγμα της Μαύρης Θάλασσας, να καταπιή τα θεριά που προβάλλουν απ' το βοριά. Τίποτα η γιαγιά δεν μπορεί να ιδή.

Και όταν ο δεύτερος εγγονός με τη γαλανόασπρη βαρκούλα, αφού φέρνει αρχόντισσες στις μαγεμένες ακρογιαλιές και βλέπει τόσα καμώματα και νιώθει άπρεπα λόγια, ευτυχώς σε ξένη γλώσσα, γιατί και όλα αυτά είναι ξένα — όταν φέρνει βράδυ βράδυ περήφανος τη γιαγιά και το αδελφάκι του να αναπνεύσουν το μυρωμένο αγέρι, η γιαγιά δεν βλέπει το εύμορφο ηλιοκαμένο πρόσωπο του εγγονού.

Και το μικρό πικραίνεται και της ζωγραφίζει όλα, μα έχει και το σχέδιό του.

Ο μεγάλος αδελφός, ο Μανώλης, αρραβωνιάστηκε με την ευχή της γιαγιάς. Τις αποκριές θα έλθη η νύφη να ξεκουράση από το νοικοκυριό τη γιαγιά.

Μιλούνε τ' αδέρφια και για το δώρο της νύφης, μιλούνε και για το δώρο της γιαγιάς, μιλούνε και για το δώρο του μικρού. Κοντεύει η Πρωτοχρονιά.

Ο μικρός πετιέται, με μάτια ολόλαμπρα.

— Για τη γιαγιά, εγώ θα σας μιλήσω. Εγώ δώρο δεν θέλω. Πέρσι της πήρατε δώρο της γιαγιάς δόντια. Φέτο... πέστε στο μεγάλο το γιατρό και ρωτήστε, δεν μπορούνε τάχα αυτοί που κάνουνε δόντια να κάμουνε και μάτια να βλέπη η γιαγιά μου; Αχ! ολοένα σβήνουνται τα μάτια της. Σε λίγο, σας το λέγω, και τον ήλιο δεν θα τον βλέπη. Εμένα όχι φέτο, ποτέ να μη μου κάνετε δώρο, αν τα μάτια είναι ακριβά ποτέ. Και αν οι γιατροί δεν μπορούν να τα κάμουν, ο Θεός μπορεί. Να την πάτε στη Βαγγελίστρα. Να την πάτε για να βλέπη η γιαγιά, διά να ιδή εμένα πως έχω τα χρυσά μαλλιά και τα μάτια της μητέρας μας, να παρηγορηθή.

Τ' αδέλφια δεν είπαν τίποτε. Εμπρός τους φτερούγισε η μανούλα με τα χρυσά μαλλιά και τα γαλανά μάτια.

Άνοιξε σιγά σιγά η θύρα έτριξε το πατωμα απ' το βαρύ βήμα της γιαγιάς, και σαν να είχε μάτια, ίσια έτρεξε στο Γιωργάκη της, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και είπε:

— Μάτια μου... μάτια μου...

Πολλά χείλη το λένε χαϊδευτικά το μάτια μου, μα στης γιαγιάς τα χείλη έχουν άλλη σημασία. Ναι, μάτια της. Έκανε το σταυρό της, ευχαρίστησε το Θεό χαρούμενη και, χαρούμενη, νέα, μεταμορφωμένη, είπε δυνατά.

— Θεέ μου, σ' ευχαριστώ.

Όλοι έκλαιαν. Αχ, από τέτοια δροσερά γλυκά δάκρυα δροσίζουνταν τα μάτια.

Οι κόποι της γιαγιάς καρποφόρησαν. Τη χαρά αυτή, χαρά άλλου κόσμου, της την έστελνε η πεθαμένη κόρη απ' τον ουρανό.

Και το Γεωργάκι χαρούμενο άρχισε να φωνάζη:

— Ούουουουου το βαπόρι για την Τήνο, για τη Βαγγελίστρα, ούουουουου για την Τήνο.

Και όλοι γελούσαν, όλοι γελούσαν γέλια αληθινά.

[πηγή: Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, Διηγήματα, εισαγ.-φιλ. επιμ. Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1987, σ. σ. 171-173]

Η εγκύκλιος για τις Μετεγγραφές φοιτητών. ...
Εξεταστέα ύλη των Πανελλαδικών Γ΄ Τάξης Ημερήσιων ...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κεντρικά Γραφεία Γούναρη 35 & Κανακάρη, Πάτρα

  •   2610.622855

  •   2610.279873

  •   Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

NEWSLETTER

Εγγραφείτε στο newsletter για να λαμβάνετε τα νέα μας

Follow Us